Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

obywatel 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

obywatel (pl) αρσενικό

  1. ο πολίτης, αυτός που έχει την υπηκοότητα μιας χώρας, που έχει πολιτικά δικαιώματα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία