Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
balance balances

balance (en)

  • η ισορροπία
  • το ισοζύγιο
    The trade balance deficit in June was huge
    Το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο τον Ιούνιο ήταν τεράστιο
  • το υπόλοιπο
    I want to see the accounting and available balance of all the connected accounts
    Θέλω να δω το λογιστικό και διαθέσιμο υπόλοιπο όλων των συνδεδεμένων λογαριασμών

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας balance
γ΄ ενικό ενεστώτα balances
αόριστος balanced
παθητική μετοχή balanced
ενεργητική μετοχή balancing

balance (en)

  • ισορροπώ
    The rope on which he must balance
    Το σχοινί στο οποίο πρέπει να ισορροπήσει



Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

balance < δημώδης λατινική bilancia < bis, δις + lanx, δίσκος (ζυγαριάς)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ba.lɑ̃s/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

balance (fr)

  1. η ζυγαριά, η πλάστιγγα
  2. (οικείο) ο προδότης, ο καταδότης, το καρφί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία