Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

περισσός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

περισσός

  • Ευρισκόμενος σε ποσότητα πέραν της απαραίτητης.
"Έρωτα συ, με περισσή όταν λαβώνεις δύναμη, μήδ' όνομα καλό από σε μηδ' αρετή μπορεί να βγει."


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία