Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απλός απλή απλό
γενική απλού απλής απλού
αιτιατική απλό απλή απλό
κλητική απλέ απλή απλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απλοί απλές απλά
γενική απλών απλών απλών
αιτιατική απλούς απλές απλά
κλητική απλοί απλές απλά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απλός < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απλός, -ή, -ό

  1. που δεν είναι πολύπλοκος
    μια απλή κατασκευή
    θα σου το πω με απλά λόγια
  2. λιτός ως προς τον τρόπο ζωής, τη διακόσμηση, τα εκφραστικά μέσα
  3. (για χαρακτήρες) ανεπιτήδευτος, ειλικρινής, ευθύς
  4. συνηθισμένος, καθημερινός
    εμείς οι απλοί άνθρωποι
    εμφανίστηκε με απλά ρούχα
  5. αμόρφωτος, απλοϊκός
    πολλές φορές ακούς μεγάλες αλήθειες από το στόμα των απλών ανθρώπων

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία