Δείτε επίσης: απλούς

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  • συνηρημένη μορφή του ἁπλόος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἁπλοῦς αρσενικό, ἁπλῆ θηλυκό, ἁπλοῦν ουδέτερο