Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απλοποιώ < απλός + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική simplifier)

  ΡήμαΕπεξεργασία

απλοποιώ (παθητική φωνή: απλοποιούμαι)

  1. κάνω κάτι πιο απλό
     συνώνυμα: απλουστεύω
  2. (μαθηματικά) αντικαθιστώ τον αριθμητή και τον παρονομαστή ενός κλάσματος με ανάλογους μικρότερους αριθμούς
  3. (γραμματική) γράφω πιο απλά μια λέξη, π.χ. καταργώ κάποιο διπλό σύμφωνο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία