↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απλοποιημένος η απλοποιημένη το απλοποιημένο
      γενική του απλοποιημένου της απλοποιημένης του απλοποιημένου
    αιτιατική τον απλοποιημένο την απλοποιημένη το απλοποιημένο
     κλητική απλοποιημένε απλοποιημένη απλοποιημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απλοποιημένοι οι απλοποιημένες τα απλοποιημένα
      γενική των απλοποιημένων των απλοποιημένων των απλοποιημένων
    αιτιατική τους απλοποιημένους τις απλοποιημένες τα απλοποιημένα
     κλητική απλοποιημένοι απλοποιημένες απλοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
απλοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απλοποιώ

απλοποιημένος, -η, -ο

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία