Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

απέριττος < ελληνιστική ἀπέριττος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απέριττος

  1. λιτός, χωρίς τίποτα περιττό
    η απέριττη ομορφιά του τοπίου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία