Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύπλοκος < αρχαία ελληνική πολύπλοκος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύπλοκος, -η, -ο

  1. που παρουσιάζει μεγάλη πλοκή, ο σύνθετος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολύπλοκος < πλέκω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πολύπλοκος

  1. που έχει πολλές περιελίξεις ή πλέξεις
  2. (μεταφορικά) πολύπλοκος, μπερδεμένος