Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιέλιξη < περιέλιξις (< περι- + ἕλιξις) < αρχαία ελληνική περιελίσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιέλιξη θηλυκό

  1. ελικοειδής περιστροφή ενός μακρόστενου αντικειμένου γύρω από κάτι άλλο
  2. (ειδικότερα) περιστροφή ειδικού μονωμένου σύρματος ώστε να δημιουργηθούν σπείρες
  3. (καταχρηστικά) η μία από τις σπείρες
  4. (συνεκδοχικά) η εργασία για αυτήν την περιστροφή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία