Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ανεπιτήδειος

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανεπιτήδευτος ανεπιτήδευτη ανεπιτήδευτο
γενική ανεπιτήδευτου ανεπιτήδευτης ανεπιτήδευτου
αιτιατική ανεπιτήδευτο ανεπιτήδευτη ανεπιτήδευτο
κλητική ανεπιτήδευτε ανεπιτήδευτη ανεπιτήδευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανεπιτήδευτοι ανεπιτήδευτες ανεπιτήδευτα
γενική ανεπιτήδευτων ανεπιτήδευτων ανεπιτήδευτων
αιτιατική ανεπιτήδευτους ανεπιτήδευτες ανεπιτήδευτα
κλητική ανεπιτήδευτοι ανεπιτήδευτες ανεπιτήδευτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεπιτήδευτος < ελληνιστική κοινή ἀνεπιτήδευτος < ἀ- στερητικό + ἐπιτηδεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανεπιτήδευτος

  1. που χαρακτηρίζεται από απουσία επιτήδευσης, που εμφανίζεται όπως είναι πραγματικά, φυσικός, απλός και αληθινός

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία