Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουσιαστικά < ουσιαστικός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ουσιαστικά

  1. θεμελιωδώς, εγγενώς
  2. εκ των πραγμάτων, πράγματι, ουσιαστικά, κατ’ ουσία, κατ’ ουσίαν, στην πράξη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ουσιαστικά