essentially
Αγγλικά (en)
επεξεργασίαΕτυμολογία
επεξεργασίαΕπίρρημα
επεξεργασίαessentially (en) (χωρίς παραθετικά)
- ουσιαστικά, στην ουσία, κατ' ουσίαν, στοιχειωδώς
- ↪ Essentially he is nothing more than a pen-pusher.
- Στην ουσία δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας γραφιάς.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fundamentally
- ↪ Essentially he is nothing more than a pen-pusher.
Πηγές
επεξεργασία- essentially - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 637. ISBN 9780194325684., λήμμα: ουσία