Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μοναδικός η μοναδική το μοναδικό
      γενική του μοναδικού της μοναδικής του μοναδικού
    αιτιατική τον μοναδικό τη μοναδική το μοναδικό
     κλητική μοναδικέ μοναδική μοναδικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μοναδικοί οι μοναδικές τα μοναδικά
      γενική των μοναδικών των μοναδικών των μοναδικών
    αιτιατική τους μοναδικούς τις μοναδικές τα μοναδικά
     κλητική μοναδικοί μοναδικές μοναδικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοναδικός < αρχαία ελληνική μοναδικός < μονάς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μοναδικός, -ή, -ό

  1. που υπάρχει ή συμβαίνει μόνο μία φορά
    τη μοναδική φορά που πήγε για σκι, έσπασε το πόδι του
    κάθε ανθρώπινο ον είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο
  2. (σε σχήμα υπερβολής) εξαιρετικός, πάρα πολύ καλός
    η ικανότητά του στις ξένες γλώσσες είναι μοναδική

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία