Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοινότητα οι κοινότητες
      γενική της κοινότητας των κοινοτήτων
    αιτιατική την κοινότητα τις κοινότητες
     κλητική κοινότητα κοινότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοινότητα < κοινός + -ότητα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ci.ˈnɔ.ti.ta/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοινότητα θηλυκό

  • ομάδα ζώντων οργανισμών, ανθρώπων, φυτών ή ζώων που ζουν / συνυπάρχουν σε ένα κοινό περιβάλλον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία