Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀφετήριος ἀφετηρία ἀφετήριον ἀφετήριοι ἀφετήριαι ἀφετήρια
Γενική ἀφετηρίου ἀφετηρίας ἀφετηρίου ἀφετηρίων ἀφετηρίων ἀφετηρίων
Δοτική ἀφετηρίῳ ἀφετηρίᾳ ἀφετηρίῳ ἀφετηρίοις ἀφετηρίαις ἀφετηρίοις
Αιτιατική ἀφετήριον ἀφετηρίαν ἀφετήριον ἀφετηρίους ἀφετηρίας ἀφετήρια
Κλητική ἀφετήριε ἀφετηρία ἀφετήριον ἀφετήριοι ἀφετήριαι ἀφετήρια
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀφετηρίω ἀφετηρία
Γενική-Δοτική ἀφετηρίοιν ἀφετηρίαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀφετήριος < ἀφετήρ < ἀφίημι < ἀπό + ἵημι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀφετήριος, -α, -ον

  1. αυτός που είναι κατάλληλος για να ρίχνουμε κάτι (π.χ. μηχανή που ρίχνει λίθους)
  2. (ως ουσιαστικό) ἀφετηρία (εννοείται γραμμή): το μέρος απ' όπου ξεκινούν οι αθλητές
    Συνώνυμα: ὕσπληγξ, βαλβίς, ἄφεσις
  3. (ως ουσιαστικό) ἀφετήριον (εννοείται πλοίων): η έξοδος του λιμανιού