ενεστώτας arrange
γ΄ ενικό ενεστώτα arranges
αόριστος arranged
παθητική μετοχή arranged
ενεργητική μετοχή arranging

arrange (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κανονίζω, ορίζω, οργανώνω, διοργανώνω, σχεδιάζω κάτι εκ των προτέρων
    I am arranging a meeting.
    Κανονίζω μια συγκέντρωση.
    I arranged for you to meet him.
    Κανόνισα να τον συναντήσεις.
    Nothing is arranged yet.
    Τίποτα δεν είναι κανονισμένο ακόμα.
    on the arranged day - την ορισμένη μέρα
    I’m arranging a new meeting.
    Ορίζω μια νέα συνάντηση.
    I arrange a demonstration.
    Οργανώνω/Διοργανώνω μια διαδήλωση.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη organize
  2. (μεταβατικό) τακτοποιώ, βάζω κάτι σε μια συγκεκριμένη σειρά· κάνω κάτι νοικοκυρεμένο ή ελκυστικό
    She arranged the flowers in a vase.
    Τακτοποίησε τα λουλούδια σε βάζα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη tidy