Ετυμολογία

επεξεργασία
πληρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πληρώνω < αρχαία ελληνική πληρ(όω) (γεμίζω, ξεπληρώνω) + -ώνω. Η σύγχρονη σημασία, ελληνιστική. [1]

πληρώνω, αόρ.: πλήρωσα, παθ.φωνή: πληρώνομαι, π.αόρ.: πληρώθηκα, μτχ.π.π.: πληρωμένος

  1. καταβάλλω χρήματα ως αμοιβή σε έναν εργαζόμενο ή για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών ή την εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων
  2. (μεταφορικά) δίνω το αντάλλαγμα για κάτι που απέκτησα
    πλήρωσε την επιτυχία του στις εξετάσεις πολύ ακριβά: έπαθε υπερκόπωση και έκανε μήνες να συνέλθει
  3. υφίσταμαι τις συνέπειες των (κακών) πράξεών μου
    θα μου το πληρώσεις ακριβά αυτό που μου έκανες (θα σε εκδικηθώ)
  4. ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό
  5. → δείτε και τη λέξη πληρώ

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία