Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταβάλλω < αρχαία ελληνική καταβάλλω < κατά + βάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταβάλλω

  1. υπερισχύω ενός αντιπάλου
    η ομάδα μας με την τεχνική της υπεροχή κατέβαλε την αντίπαλο της
  2. εξαντλώ τις σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις κάποιου, κουράζω
    αυτή η ζέστη με καταβάλλει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία