Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀκατάβλητος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. ακατάβλητος < αρχαία ελληνική ἀκατάβλητος
  2. ακατάβλητος < α- στερητικό + καταβάλλω (πληρώνω) + -τος

  Επίθετο 1Επεξεργασία

ακατάβλητος

  1. που δεν καταβάλλεται από αντίπαλο, αντιξοότητες ή την κούραση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Επίθετο 2Επεξεργασία

ακατάβλητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει καταβληθεί, δεν έχει πληρωθεί