Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταβολή καταβολές
γενική καταβολής καταβολών
αιτιατική καταβολή καταβολές
κλητική καταβολή καταβολές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταβολή < αρχαία ελληνική καταβολή < καταβάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καταβολή θηλυκό

  1. η χρησιμοποίηση, η διάθεση δύναμης ή ενέργειας
    απαιτείται η καταβολή ιδιαίτερης προσπάθειας
  2. (για χρήματα) πληρωμή ή κατάθεση
    οι απαγωγείς ζητούν την καταβολή λύτρων
  3. εξασθένιση
    ο τάδε παρουσιάζει καταβολή δυνάμεων
  4. το ξεκίνημα, η δημιουργία του κόσμου
    "..του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου." Αποκάλυψη 13:8

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία