Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καταβεβλημένος καταβεβλημένη καταβεβλημένο
γενική καταβεβλημένου καταβεβλημένης καταβεβλημένου
αιτιατική καταβεβλημένο καταβεβλημένη καταβεβλημένο
κλητική καταβεβλημένε καταβεβλημένη καταβεβλημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καταβεβλημένοι καταβεβλημένες καταβεβλημένα
γενική καταβεβλημένων καταβεβλημένων καταβεβλημένων
αιτιατική καταβεβλημένους καταβεβλημένες καταβεβλημένα
κλητική καταβεβλημένοι καταβεβλημένες καταβεβλημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταβεβλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καταβάλλω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

καταβεβλημένος, -η, -ο

έχει αναρρώσει, αλλά είναι ακόμα πολύ καταβεβλημένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία