Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκπληρώνω < εκ + πληρώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκπληρώνω

  1. πραγματοποιώ μια επιθυμία κάποιου.

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία