ενεστώτας classify
γ΄ ενικό ενεστώτα classifies
αόριστος classified
παθητική μετοχή classified
ενεργητική μετοχή classifying

classify (en)

  1. ταξινομώ
  2. εντάσσω
  3. κατατάσσω
  4. υπάγω
  5. χαρακτηρίζω
  6. διαβαθμίζω

Συγγενικά

επεξεργασία