Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καταχωρητής οι καταχωρητές
      γενική του καταχωρητή των καταχωρητών
    αιτιατική τον καταχωρητή τους καταχωρητές
     κλητική καταχωρητή καταχωρητές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταχωρητής < καταχωρώ + -τής, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική register)
 
Διάγραμμα μίας απλής υποθετικής κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καταχωρητής αρσενικό

  1. αυτός που καταχωρεί
  2. (υλικό υπολογιστή) τύπος πολύ μικρής και πολύ γρήγορης μνήμης τμήμα της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU), όπου αποθηκεύονται οι τελεστέοι και τα αποτελέσματα των πράξεων που εκτελούνται από την αριθμητική λογική μονάδα ή οι διευθύνσεις εντολών και δεδομένων που βρίσκονται κεντρική μνήμη για επεξεργασία
    Ειδικοί καταχωρητές είναι: ο δείκτης στοίβας, καταχωρητής εντολών, μετρητής προγράμματος







Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία