Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουτσός η κουτσή το κουτσό
      γενική του κουτσού της κουτσής του κουτσού
    αιτιατική τον κουτσό την κουτσή το κουτσό
     κλητική κουτσέ κουτσή κουτσό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουτσοί οι κουτσές τα κουτσά
      γενική των κουτσών των κουτσών των κουτσών
    αιτιατική τους κουτσούς τις κουτσές τα κουτσά
     κλητική κουτσοί κουτσές κουτσά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κουτσός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουτσός < υστερολατινική coxus (χωλός, κουτσός) < λατινική coxa (ισχίο, γοφός, μηρός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *koḱs-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kuˈt͡sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κου‐τσός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κουτσός, -ή, -ό

  1. (για έμβιο ον) που έχει κάποιο πρόβλημα ή αναπηρία στο πόδι ή στα πόδια του
  2. (μεταφορικά) (οικείο) (για άψυχο: π.χ. τραπέζι, καρέκλα) που του λείπει κάποιο πόδι ή είναι κοντύτερο
  3. (ουσιαστικοποιημένο) το κουτσό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  • κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα: όταν μαζεύονται κάθε λογής άνθρωποι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

όπως

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία