Δείτε επίσης: État

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

état 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
état états

état (fr) αρσενικό

  1. κατάσταση, θέση
    l'état de l'économie - η κατάσταση της οικονομίας
    il n'est pas en état de conduire - δεν είναι σε θέση να οδηγήσει