Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρισάγιο < (η λέξη μαρτυρείται από το 1856)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρισάγιο ουδέτερο

  1. ύμνος στην Αγία Τριάδα
  2. δέηση υπέρ θανόντος ή θανόντων

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία