Δείτε επίσης: τρίς, τρισ-, τρι-

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τρίς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τρις

  1. τρεις φορές
    ※  και πριν προλάβω τρις να σ' αρνηθώ // σκούριασε το κλειδί του παραδείσου (από το τραγούδι "Ερωτικό", μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, στίχοι: Άλκης Αλκαίου)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία