Δείτε επίσης: άγιος, Άγιος
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἅγιος ἁγί τὸ ἅγιον
      γενική τοῦ ἁγίου τῆς ἁγίᾱς τοῦ ἁγίου
      δοτική τῷ ἁγί τῇ ἁγί τῷ ἁγί
    αιτιατική τὸν ἅγιον τὴν ἁγίᾱν τὸ ἅγιον
     κλητική ! ἅγιε ἁγί ἅγιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἅγιοι αἱ ἅγιαι τὰ ἅγι
      γενική τῶν ἁγίων τῶν ἁγίων τῶν ἁγίων
      δοτική τοῖς ἁγίοις ταῖς ἁγίαις τοῖς ἁγίοις
    αιτιατική τοὺς ἁγίους τὰς ἁγίᾱς τὰ ἅγι
     κλητική ! ἅγιοι ἅγιαι ἅγι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἁγίω τὼ ἁγί τὼ ἁγίω
      γεν-δοτ τοῖν ἁγίοιν τοῖν ἁγίαιν τοῖν ἁγίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία

ἅγιος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yeh₂ǵ-[1]. Συγγενή (ίσως): σανσκριτική यजति (yájati, λατρεύει, θυσιάζει) και λατινική iēiūnus (νηστικός)

  Επίθετο

επεξεργασία

ἅγιος, -ία, -ιον

  1. ιερός
  2. άγιος, ευσεβής, αγνός

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2. σελ. 11–12.