Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγιογράφηση < αγιογραφώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγιογράφηση θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία