Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Αγιονορείτης < Άγιον Όρος + -ίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Αγιονορείτης οι Αγιονορείτες
      γενική του Αγιονορείτη των Αγιονορειτών
    αιτιατική τον Αγιονορείτη τους Αγιονορείτες
     κλητική Αγιονορείτη Αγιονορείτες
Παράρτημα

Αγιονορείτης αρσενικό μόνο

  1. (τοπωνυμικό) ο μόνιμος κάτοικος ή αυτός που μονάζει ή ασκητεύει επί μακρό διάστημα στο Άγιο Όρος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία