Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξακτινώνω < εξ- + ακτίνα + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξακτινώνω (παθητική φωνή: εξακτινώνομαι)

  1. (λόγιο) (σπάνιο) ακτινοβολώ
  2. (λόγιο) διαχέω, εξαπλώνω (με βάση κάποιο κέντρο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία