Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Raum die Räume
γενική des Raums
des Raumes
der Räume
δοτική dem Raum
dem Raume
den Räumen
αιτιατική den Raum die Räume

Raum (de) αρσενικό

  1. δωμάτιο
      συνώνυμα: Zimmer
  2. περιοχή
      συνώνυμα: Gebiet