Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακράν < αρχαία ελληνική μακράν

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μακράν

  1. (καθαρεύουσα) μακριά
  2. (σε συγκρίσεις) για να δηλωθεί η μεγάλη διαφορά που χωρίζει κάτι από τα υπόλοιπα με τα οποία συγκρίνεται
    ο Χ είναι μακράν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην ομάδα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακράν < μακρός < μᾶκος και μῆκος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μακράν και ιωνικός τύπος μακρήν

  1. μακριά
    μακράν λελειμμένος (έχοντας μείνει πολύ πίσω)
  2. σε μεγάλη χρονική διάρκεια
    μακράν λέγειν (μιλώντας επί πολλή ώρα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία