Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστρέφω < αρχαία ελληνική περιστρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιστρέφω

  1. γυρίζω κάτι γύρω από έναν άξονα
  2. (ειδικότερα) γυρίζω κάτι γύρω από άξονα που βρίσκεται στο κέντρο του

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστρέφω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιστρέφω

  1. περιστρέφω, κινώ κάτι κυκλικά

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία