Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστρέφω < αρχαία ελληνική περιστρέφω < περί + στρέφω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pεɾiˈstɾεfɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πε‐ρι‐στρέ‐φω

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιστρέφω (παθητική φωνή: περιστρέφομαι)

  1. γυρίζω κάτι γύρω από έναν άξονα
  2. (ειδικότερα) γυρίζω κάτι γύρω από άξονα που βρίσκεται στο κέντρο του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιστρέφω < περι- + στρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιστρέφω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία