Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικαιούμαι, λόγιο παθητικό ρήμα από το αρχαίο δικαιόομαι, -οῦμαι, μέση φωνή του δικαιόω/δικαιῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

δικαιούμαι

δικαιούμαι να πάρω ίσο μερίδιο με όλους

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. δικαιούμαι δικαιούμουν
δικαιούμην
θα δικαιούμαι να δικαιούμαι δικαιούμενος
β' ενικ. δικαιούσαι δικαιούσουν
δικαιούσο
θα δικαιούσαι να δικαιούσαι
γ' ενικ. δικαιούται δικαιούνταν
δικαιούτο
θα δικαιούται να δικαιούται
α' πληθ. δικαιούμεθα
δικαιούμαστε
δικαιούμαστε
δικαιούμασταν
θα δικαιούμεθα
δικαιούμαστε
να δικαιούμεθα
δικαιούμαστε
β' πληθ. δικαιούσθε
δικαιούστε
δικαιούσαστε
δικαιούσασταν
θα δικαιούσθε
δικαιούστε
να δικαιούσθε
δικαιούστε
γ' πληθ. δικαιούνται δικαιούνταν
δικαιούντο
θα δικαιούνται να δικαιούνται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία