Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποχρέωση υποχρεώσεις
γενική υποχρέωσης
& υποχρεώσεως
υποχρεώσεων
αιτιατική υποχρέωση υποχρεώσεις
κλητική υποχρέωση υποχρεώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποχρέωση < υποχρεώνω + -ση ( γαλλική obligation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποχρέωση{ θηλυκό

  1. ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
  2. οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση
  3. η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία