Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υποχρέωση οι υποχρεώσεις
      γενική της υποχρέωσης
υποχρεώσεως*
των υποχρεώσεων
    αιτιατική την υποχρέωση τις υποχρεώσεις
     κλητική υποχρέωση υποχρεώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποχρέωση < υποχρεώνω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obligation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποχρέωση{ θηλυκό

  1. ό,τι ο νόμος (γραπτός ή άγραφος) ή κάτι άλλο σε αναγκάζει να πράξεις
  2. οικονομική, κοινωνική κ.λπ. δέσμευση
  3. η αίσθηση ότι οφείλεις σε κάποιον σε ηθικό και άυλο επίπεδο για κάτι που σου προσέφερε
  4. (λογιστική) η οφειλή, πληρωτέο χρηματικό ποσό, κάτι που πρέπει να πληρωθεί (δάνεια, αγορές από προμηθευτές, κλπ., όπως δευτερευόντως και τα κεφάλαια που έχουν καταθέσει οι μέτοχοι). Είναι στοιχείο του Παθητικού
    η εταιρία είναι επισφαλής, οι Υποχρεώσεις της είναι είκοσι φορές περισσότερες από τα Ίδια Κεφάλαια
     αντώνυμα: απαίτηση
    υπώνυμα: εμπορική υποχρέωση, πρόβλεψη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία