Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

έντυπος < εν + τύπος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

έντυπος

  1. κάποιος που είναι τυπωμένος στο χαρτί
  2. για κείμενο ή λέξη γραμμένη στην έντυπη νορβηγική - τα έντυπα νορβηγικά - τα bokmål
    είναι διάλεκτος των βιβλίων δηλαδή περιορισμένης-σαφούς χρήσης λόγια διάλεκτος, όχι ομιλητική διάλεκτος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία