Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιθεώρηση οι επιθεωρήσεις
      γενική της επιθεώρησης
επιθεωρήσεως*
των επιθεωρήσεων
    αιτιατική την επιθεώρηση τις επιθεωρήσεις
     κλητική επιθεώρηση επιθεωρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιθεώρηση < ελληνιστική κοινή ἐπιθεώρησις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inspection / revue)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επιθεώρηση θηλυκό

  1. η ενέργεια του επιθεωρώ
  2. ο τακτικός ή έκτακτος επιστάμενος έλεγχος ενός έργου, μιας εγκατάστασης κλπ
    ※ το εργοτάξιο της γέφυρας περνάει από συχνή επιθεώρηση, ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή κατασκευή της
  3. ο τακτικός ή έκτακτος έλεγχος στρατιωτικής μονάδας από ανώτατο αξιωματικό
  4. ειδική δημόσια υπηρεσία ελέγχου και συντονισμού φορέων που υπάγονται σε αυτή
    επιθεώρηση εργασίας
  5. περιοδικό (έντυπη περιοδική έκδοση) με συγκεκριμένη θεματολογία, όπως επιστήμες, πολιτική, λογοτεχνία κ.α.
  6. θεατρικό έργο που σατιρίζει την επικαιρότητα και αποτελείται από σύντομα αυτοτελή διαλογικά μέρη και παρένθετα μουσικοχορευτικά κομμάτια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία