Δείτε επίσης: ἐπιθεωρῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιθεωρώ < αρχαία ελληνική ἐπιθεωρέω / ἐπιθεωρῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική inspecter)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.pi.θe.oˈɾo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιθεωρώ (παθητική φωνή: επιθεωρούμαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία