Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική μελετητικός μελετητική μελετητικό
γενική μελετητικού μελετητικής μελετητικού
αιτιατική μελετητικό μελετητική μελετητικό
κλητική μελετητικέ μελετητική μελετητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μελετητικοί μελετητικές μελετητικά
γενική μελετητικών μελετητικών μελετητικών
αιτιατική μελετητικούς μελετητικές μελετητικά
κλητική μελετητικοί μελετητικές μελετητικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελετητικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελετητικός, -ή, -ό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία