Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελετηρός < αρχαία ελληνική μελετηρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελετηρός

  1. που έχει όρεξη για μελέτη, που μελετάει πολύ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελετηρός < μελετάω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μελετηρός

  1. που κάνει κάτι πολύ επιμελώς