Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διασκεδάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκεδάζω (διασκορπίζω) < αρχαία ελληνική διασκεδάννυμι (από τον αόριστο διεσκέδασα) < δια- + σκεδάννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sqhed-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðʝa.sceˈða.zo/ και /ði̯a.sceˈða.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δι‐α‐σκε‐δά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διασκεδάζω, αόρ.: διασκέδασα

  1. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να χαμογελάσει ή να γελάσει ή να νιώσει ευχάριστα
    με διασκεδάζουν τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  2. (μεταβατικό) ψυχαγωγώ κάποιον
    ο οικοδεσπότης κάλεσε έναν γελωτοποιό να διασκεδάσει τους καλεσμένους του
  3. (αμετάβατο) χαμογελώ ή γελώ ή νιώθω ευχάριστα με κάτι που γίνεται
    διασκεδάζω με τα έξυπνα καμώματα του φίλου μας
  4. (αμετάβατο) ψυχαγωγούμαι
    σήμερα θα βγούμε έξω να διασκεδάσουμε

  ΡήμαΕπεξεργασία

διασκεδάζω, αόρ.: διασκέδασα, παθ.φωνή: διασκεδάζομαι, π.αόρ.: διασκεδάστηκα/-σθηκα, μτχ.π.π.: διασκεδασμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Η παθητική φωνή, για τη σημασία: διασκορπίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία