Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εξωφρενικός η εξωφρενική το εξωφρενικό
      γενική του εξωφρενικού της εξωφρενικής του εξωφρενικού
    αιτιατική τον εξωφρενικό την εξωφρενική το εξωφρενικό
     κλητική εξωφρενικέ εξωφρενική εξωφρενικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εξωφρενικοί οι εξωφρενικές τα εξωφρενικά
      γενική των εξωφρενικών των εξωφρενικών των εξωφρενικών
    αιτιατική τους εξωφρενικούς τις εξωφρενικές τα εξωφρενικά
     κλητική εξωφρενικοί εξωφρενικές εξωφρενικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξωφρενικός < αρχαία ελληνική φράση «ἔξω φρεν(ῶν)» + -ικός [1]δείτε τις λέξεις ἔξω και φρήν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /e.kso.fɾe.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξω‐φρε‐νι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξωφρενικός, -ή, -ό

  1. που μας ενοχλεί ή που είναι εξοργιστικά ασυνήθιστος
  2. που είναι ιδιαίτερα παράδοξος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία