Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική εξωφρενικός εξωφρενική εξωφρενικό
γενική εξωφρενικού εξωφρενικής εξωφρενικού
αιτιατική εξωφρενικό εξωφρενική εξωφρενικό
κλητική εξωφρενικέ εξωφρενική εξωφρενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξωφρενικοί εξωφρενικές εξωφρενικά
γενική εξωφρενικών εξωφρενικών εξωφρενικών
αιτιατική εξωφρενικούς εξωφρενικές εξωφρενικά
κλητική εξωφρενικοί εξωφρενικές εξωφρενικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξωφρενικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εξωφρενικός

  1. αυτός που μας ενοχλεί ή μας εξοργίζει, επειδή είναι πολύ παράλογος
  2. αυτός που είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστος , παράδοξος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία