Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιφανειακά < επιφανειακός +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

επιφανειακά

  1. με επιφανειακό τρόπο
  2. στην επιφάνεια
  3. (μεταφορικά) από πρώτη άποψη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

επιφανειακά