Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

abroad < μέση αγγλική abrood < a- + brood

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

abroad (en)

  1. στο εξωτερικό
     συνώνυμα: overseas