Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γλεντζές οι γλεντζέδες
      γενική του γλεντζέ των γλεντζέδων
    αιτιατική τον γλεντζέ τους γλεντζέδες
     κλητική γλεντζέ γλεντζέδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλεντζές < τουρκική eğlence

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γλεντζές αρσενικό, γλετζού θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία