Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξώπορτα οι εξώπορτες
      γενική της εξώπορτας των εξωπορτών
    αιτιατική την εξώπορτα τις εξώπορτες
     κλητική εξώπορτα εξώπορτες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξώπορτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξώπορτα < ἔξω + πόρτα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈkso.poɾ.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐ξώ‐πορ‐τα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξώπορτα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία