Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποσύνολο τα υποσύνολα
      γενική του υποσυνόλου των υποσυνόλων
    αιτιατική το υποσύνολο τα υποσύνολα
     κλητική υποσύνολο υποσύνολα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποσύνολο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποσύνολο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία